αποκλείομαι


αποκλείομαι
αποκλείομαι, αποκλείστηκα, αποκλεισμένος βλ. πίν. 41 (και ως απρόσ. αποκλείεται)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀποκλείομαι — ἀποκλείω shut off from pres ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγχιστεύω — ἀγχιστεύω (Α) 1. βρίσκομαι κοντά ή πάρα πολύ κοντά σε κάποιον ή κάτι: «γῆ ἀγχιστεύουσα πόντῳ» (Ευρ. Τρωάδες, στίχ. 224) 2. είμαι ο νόμιμος κληρονόμος κάποιου που πέθανε, λόγω στενής συγγένειάς μου προς αυτόν 3. (στην ΠΔ) α) «ἀγχιστεύω τινά»,… …   Dictionary of Greek

  • απελαύνω — (AM ἀπελαύνω) [ελαύνω] νεοελλ. απομακρύνω, εκτοπίζω κάποιον έξω από τα σύνορα της χώρας αρχ. Ι. 1. εκδιώκω κάποιον μακριά από έναν τόπο 2. εξορίζω κάποιον 3. κρατώ κάποιον σε απόσταση 4. εξαλείφω, αποσοβώ κάτι II. (αμτβ.) 1. αποχωρώ, απέρχομαι 2 …   Dictionary of Greek

  • απερύκω — ἀπερύκω, (Α) [ερύκω] 1. απωθώ, εμποδίζω, κρατώ κάποιον μακριά από κάτι 2. μέσ. απέχω από κάτι, αποφεύγω να κάνω κάτι 3. παθ. αποκλείομαι, αποστερούμαι από κάποιον ή κάτι 4. συγκρατώ …   Dictionary of Greek

  • απομονώνω — (Α ἀπομονοῡμαι, όομαι) νεοελλ. 1. απομακρύνω από ένα σύνολο και αφήνω μόνο, περιορίζω κάποιον ή κάτι 2. αποκόπτω, αποκλείω την επικοινωνία ή την επαφή κάποιου με άλλον αρχ. ( ομαι) 1. αποκλείομαι από κάτι 2. εγκαταλείπομαι μόνος. [ΕΤΥΜΟΛ. <… …   Dictionary of Greek

  • βραχώνω — [βράχος] 1. (για το έδαφος) γίνομαι τραχύς, σκληραίνω 2. (και βραχώνομαι) (για γίδια συνήθως) ανεβαίνω σε βραχώδη γκρεμό, αποκλείομαι και δεν μπορώ να βγώ …   Dictionary of Greek

  • εκσφραγίζομαι — ἐκσφραγίζομαι (Α) 1. αποκλείομαι, κλείνομαι έξω 2. (για συμβόλαιο) είμαι σφραγισμένος 3. καταγράφομαι και επικυρώνομαι …   Dictionary of Greek

  • εφορμώ — (I) (ΑΜ ἐφορμῶ, άω) ορμώ εναντίον κάποιου, επιτίθεμαι, επέρχομαι, επιπίπτω, χυμάω αρχ. 1. διεγείρω, παρορμώ, ξεσηκώνω κάποιον εναντίον κάποιου 2. (με απρμφ.) επιθυμώ 3. (χωρίς εχθρική σημασία) κινούμαι, ορμώ μπροστά, τινάζομαι 4. (παθ. και μέσ.)… …   Dictionary of Greek

  • παρεκλύω — Α 1. ανακουφίζω από κάτι («παρεκλύειν τοῡ ἐπισπασμοῡ», Σωρ.) 2. παθ. παρεκλύομαι απορρίπτομαι ως απαράδεκτος, αποκλείομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + ἐκλύω «απελευθερώνω, απολυτρώνω»] …   Dictionary of Greek